Going South
09/02/2009

Αυτό που βλέπετε στη φωτογραφία είναι το Λαζαρέττο. Λαζαρέττο στα βεντικά λιμάνια σημαίνει το λοιμοκαθαρτήριο. Νησάκια με το όνομα αυτό θα βρει κανείς σε πολλά λιμάνια της Μεσογείου που ήταν υπό την κατοχή των Βενετών. Σα λοιμοκαθαρτήριο λειτούργησε μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Το συγκεκριμένο βρίσκεται απέναντι από την πόλη της Κέρκυρας.
Εδώ όμως εμένα δεν με ενδιάφερει αυτό το κομμάτι της ιστορίας του. Εμένα εδώ με ενδιαφέρει το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε σαν τόπος εκτέλεσης 200 περίπου κομμουνιστών.
Κάθε Οκτώβρη νομίζω, ένα φέρυ μποτ, φεύγει από το λιμάνι και αράζει εκεί. Επιζώντες, συγγενείς και φίλοι επισκέπτονται το μέρος.
Δε θα ήμουν 18 χρονών καλά όταν το επισκέφτηκα για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου. Νεαρός κουμμουνιστής τότε και μόλις είχα φύγει από την ΚΝΕ. Για μένα η ύπαιθρος του νησιού σημαίνει αγροτικές εργασίες, και για αυτό πάντα ένιωθα μία απέχθεια για αυτήν, σε αντίθεση με τη θάλασσα που την έβρισκα πάντα γοητευτική. Επίσης, την είχα συνδυάσει με πολύ συγκεκριμένες εικόνες στο μυαλό μου. Καθώς ανεβαίνα όμως προς το σημείο που τους εκτελούσαν όλα αυτά άλλαξαν και βρέθηκα σε έναν άλλο τόπο. Έιχα μουδιάσει και είχα παγώσει. Οι περισσότεροι ήταν παπούδες, οι μοναδικοί στην ηλικία μου ήταν κάτι Κνίτες και κάτι αριστεριστές. Με τους μεν είχα τσακωθεί, τους δε δεν τους ήξερα. Εξάλλου εκεί ήμουν, κατά κάποιο τρόπο για στενά προσωπικούς λόγους.
Δε θυμάμαι πια και πολλές λεπτομέρειες. Θυμάμαι μόνο το κτήριο που οι μελλοθάνατοι περνούσαν τις τελευταίες τους στιγμές και που είχα σκεφτεί πως είναι να περιμένεις να πεθάνεις. Θυμάμαι τον τοίχο που του είχαν βάλει γαρύφαλλα και είχε ακόμα τις τρύπες από τις σφαίρες. Θυμάμαι τους σταυρούς ανώνυμους και βιομηχανικούς. Θυμάμαι έναν παππού να έχει πάει σε μία άκρη και να κοιτάει τα δέντρα. Θυμάμαι ακόμα την αήδια μου για τους σταλινικούς πατριώτες, που με τις ελληνικές τους σημαίες βγάζανε λόγους πάνω από τους νεκρούς.
Έφυγα, στην άκρη. Δεν παρακολούθησα τίποτα από όσα λεγόνταν. Άκουγες που και που τα συνθήματα των Κνιτών και των αριστεριστών, αλλά εγώ ήμουν πέρα. Προσπαθούσα να αφουγκραστώ το υπέδαφος. Τους σκελετούς που ήταν θαμμένοι από εδώ και από εκεί σε όλο το μικρό νησάκι. Προς στιγμήν ένιωσα σαν να πατάω πάνω σε ένα σωρό από κόκκαλα και να επιπλέω στη θάλασσα. Αλλά αυτό που ένιωσα εκείνη τη μέρα, γερά ακλόνητα και σκληρά σαν πέτρα ήταν η εθνική ενότητα.
Γερή, στιβαρή καλοδουλεμένη πάνω στα εκατόμμυρια νεκρών, εκτελεσμένων, δολοφονημένων, εξορισμένων, φυλακισμένων.
Η εθνική ενότητα έχει τη λάμψη του αίματος.
Φεύγωντας, ένιωθα πολύ περίεργα. Ένιωθα ξένος για αυτό που έγινε πάνω στην επιφάνεια, αλλά πολύ κοντά σε αυτό που είχε συμβεί στο υπέδαφος. Στην οικογενειακή μου ιστορία δεν έχω κάποιον δολοφονημένο παππού ή γιαγιά, αντίθετα οι οικογενειακές μου φιγούρες και ειδικώς ο παππούς μου είναι εξόχως αντιηρωικές φιγουρές. Αντιηρωικές με τα δεδομένα της εθνικής ενότητας. Δεν ξέρω αυτοί αλλά και τόσοι δολοφονημένοι και εξόριστοι τι πίστευαν και γιατί πέθαιναν. Πέθαναν άδικα; Πέθαναν δίκαια;
Όσα χρόνια και αν περνάν από εκείνη τη μέρα. Από εκείνη την επίσκεψη μου. Μέσα μου παραμένει ένα μυστήριο. Το μυστήριο της υποκειμενικότητας στη διασταύρωση της με την αντικειμενικότητα. Μυστήριο που θα το λύσεις μόνο αν προσπαθήσεις να συναντηθείς μαζί της.
Οι πρώην σύντροφοι μου, με αποκαλούσαν μικροαστό… Μοιάζει τρομερά αστείο ακόμα και σήμερα αυτή τους η κατηγορία, καθότι αυτή είχε αποκλειστικά να κάνει με τις πολιτικές μου πεποιθήσεις παρά με την κοινωνικοοικονομική μου θέση. Σκέφτηκα τον παππού μου, που είχε πεθάνει μόλις λίγα χρόνια πριν. Ρέμπελος, μεθύστακας, καρβουνιάρης, γλεντζές. Εϊχε σηκωθεί μία φορά και είχε φύγει από τον προθάλαμο του χειρουργείου γιατί δεν ήθελε να εγχειριστεί είχε βγει από το νοσοκομείο με την ποδιά, είχε βρει ένα χωριανό και είχε γυρίσει πίσω. Έβαφε τα μαλλιά του με ζωμό από καρύδια και έφτιαχνε σκαντζόχοιρους κοκκινιστούς. Πρέπει να τραβιότανε και με μία τσιγγάνα από έναν καταυλισμό εκεί κοντά. Οι γιοί του μετά την κοινωνική τους ανέλιξη ντρέπονταν για αυτόν γιατί ήταν μονίμως μαυρισμένος από τα κάρβουνα που έφτιαχνε. Μόνο ο πατέρας μου έδειχνε να είναι πιο κοντά του, κυρίως επειδή που και που έφτιαχνε και αυτός κάρβουνα. Πέθανε ένα βράδυ τέλη Γενάρη από ανακοπή. Όλο το απόγευμα είχαμε ρίξει τρελλό γελιό.
Και έτσι γύρναγε το φέρυ μποτ στην ακτή της Κέρκυρας.
Και εγώ συνεχίζω να πατάω πάνω σε κόκκαλα. Και κρατώντας βαθιά μέσα μου τη μόνη μου πατρίδα προσπαθώ να φτιάξω καινούρια…
Άλλωστε η μνήμη είναι πάντα υπόθεση των ζωντανών… Έτσι δεν είναι;